20.7.12

Μια εβδομάδα πριν συναντήσει την Τερέζα

"Ζούσε σ'ένα σπιτάκι, μαζί με την μάνα του και τον πατέρα του, δυο δωμάτια και κουζίνα, δίπλα στα νταμάρια της Πετρούπολης. Το σπίτι είχε μπροστά ένα χωματόδρομο πηγμένο δυο παλάμες σκόνη σαν λεπτή πούδρα, που'φερνε ο αέρας απ'τα νταμάρια κι ακόμα μια μικρή κατάξερη αυλή μέσα σε μια μαντρίτσα από ασπρισμένες πλίνθες.
Πράγμα περίεργο για την περιοχή, στην αυλή μέσα φύτρωνε κι ένα φυματικό πεύκο.
Τ'απομεσήμερο του καλοκαιριού ο γέρος έπαιρνε την καρέκλα του κι έλεγε "πάω στην εξοχή" και πήγαινε μες στο ντάντανο και την άραζε κάτω από το πεύκο και καθόταν εκεί μέχρι το σούρουπο και σκεφτόταν, ένας θεός ξέρει...
Είχε και μια αδελφή παρθένα τριαντάρα-το μαράζι της μάνας του- νταρντάνα κι άσχημη, σαν άντρας ντυμένος γυναίκα κα με γάμπες μες στην τρίχα. Δεν ήθελε να βάλει ξυράφι γιατί ήταν, λέει, πρόστυχο. Όλη την ημέρα την περνούσε μες στο σπίτι. Δεν μιλούσε σ'άνθρωπο, παρέες δεν είχε, σινεμά δεν πήγαινε. Δυο ποντους δεν ξεμύταγε απ'την ματρίτσα. Μια φορά που της βρήκανε δουλειά σ'ένα εργοστάσιο με υφάσματα στο τέρμα Αχαρνών, πήγε για δυο μέρες και την τρίτη έβαλε τα κλάματα κι είπε πως δεν μπορεί να δουλέψει και κάθισε πάλι σπίτι.




Η Machules (muchless), η μηχανή που οδηγούσε ο Φάνης.




Η μάνα του μια ήσυχη χαμοζωισμένη γυναικούλα τα'βαζε μαζί του που δεν πήγαινε στην εκκλησία ν'ανάψει κανα κερί να πέσει κι αυτωνών κανένα καλό παιδί να την παντρέψουνε.

Και τότε τον Φάνη τον πιάναν οι κακίες του:

-Τί να παντρέψεις ρε μάνα από δαύτην, της έλεγε, δεν βλέπεις πως είναι; Σα πούστης με μαλλιά είναι. Επειδή είναι δικιά μας; Όχι για να μιλάμε στο γνήσιο.
Μια μέρα ήρθε ένας εστιάτορας από το Μιλγουώκη να επισκεφτεί μια συγγένισσά του, νοσοκόμα, που καθόταν απέναντί τους. Κατά το μεσημέρι την κιαλάρισε κι έτσι όπως ήταν ψηλή και γεμάτη κι αυτός 120 κιλά μέσα σ'ένα και σαράντα, του την έδωσε και την αγάπησε έτσι στα γρήγορα. Ήρθε στο γέρο του, κάθισαν στην "εξοχή" και τα κανόνισαν. {...}

(Νίκος Νικολαϊδης, ο οργισμένος βαλκάνιος, καστανιώτη, 1983)





18.7.12

η κυρία με το μυτερό καπέλο












Να λιώνεις
όσο πιο αργά σου είναι εύκολο,
μα όταν κρυώνεις
να ξαναπαγώνεις.
Στα πεταχτά
να ανασαίνεις
και με την επιπολαιότητά μου 
-αν μπορείς- να μη θυμώνεις.
Να κατανοείς
πως νοιώθουνε οι κλόνοι
που στεγάζουνε τις κούνιες 
των ανθρώπων που είναι μόνοι,
πως χορεύουνε στην ασυνέχειά τους
θεσπέσια και αρμονικά
-παρά το βάρος που κουβαλούν-
των ανθρακορύχων οι απογόνοι.
Να με ρωτάς.
Γνωρίζω πράγματα για σένα.
Να προσέχεις:
να μην αφήνεις αποτυπώματα
μα να μ'αγγίζεις που και που
όσο η Άνοιξη απλώνει,
όσο η ανάσα δυναμώνει.
Να με διασχίζεις
όσο συχνότερα επιτρέπεται.
Να χορεύεις,
μόνο έτσι μπορείς εσύ.

ΥΓ: μα πώς το ξέχασα, πόσο αφηρημένος είμαι:
να θυμάσαι, 
μόνο έτσι θα μπορέσω κι εγώ.

24.6.12

τώρα που φεύγεις


στη ν


τώρα που φεύγεις
μαύρα μου μάτια
μ'ένα κλωνάρι
δυόσμο στα χέρια
κι όλο τον κόσμο
τον κυνηγάς
σαν τον παππού σου
κι εσύ πολέμα
κόκκινα χείλη
μην τα φιλάς
γιατί ξεβάφουν
σαν αρλεκίνοι
και σαν εκείνη
την ζωγραφιά
που όλο υπόσχεται
πως δεν θα μείνει
κι όλο σε σένα
πάντα γυρνά
κι είναι οι σκέψεις
μάυρα στολίδια
και δαχτυλίδια
που τα φορούν
τα νέα κορίτσια
που καρτερούν
πότε η νύχτα
θα ξημερώσει
ναι ξέρω είμαι
αυτός που θέλεις
κι αυτός που τόσο
αντιπαθείς
κι αλήθεια πρέπει
να σε ρωτήσω
πότε επιτέλους
θα ξεντυθείς
μα είναι τόσοι
οι λεπτοδείκτες
που εναγωνίως
επιθυμούν
να ξημερώσει
και οι αλήτες
που εγκαρδίως
μας καρτερούν
τώρα που φεύγεις
μαύρα μου μάτια
σε μήνα θέρους
σε νέα χρονιά
κάτι μαραίνεται
και σαν τα στάχια
που είναι θλιμμένα
και στη πλαγιά
σαν τα βατράχια
τα λυπημένα
σαν τα χωράφια
τα ξερικά
κάτι κινείται
πίσω απ'τα βράχια
τ'αλατισμένα
τα μυτερά
κι όλος ο κόσμος
μαύρα μου μάτια
κάτι αφουγκράζεται
και καρτερά
τώρα που φεύγεις
μάτια μου μαύρα
που ο ήλιος καίει
όπως ποτέ
σαν την ακρίδα
και σαν τη σαύρα
που αναπνέει
φωτιά και λαύρα
άφησε πίσω
λίγο απ'το δέρμα
πριν το αλλάξεις
και ξενιστείς
μάτια μου μαύρα
πριν λυπηθείς
λίγο απ'τη θλίψη
που κουβαλάς
και τριγυρνάει
στα περιλαίμια
σαν τα στολίδια
τα εφηβικά
κάνε τη χάρη
να την αφήσεις
εκεί που ίδια
αφού το ξέρεις
τα χρόνια θα'ναι
και πληκτικά
χωρίς εσένα
μαύρα μου μάτια
τώρα που φεύγεις
σε χαιρετά
αυτή η πόλη
κι αυτός ο κόσμος
με τα graffiti
και το antifa
που ανασαίνει
εκεί που βρίσκει
να ανασάνει
και να βογγά
τώρα που φεύγεις
μαύρα μου μάτια
μην αποφεύγεις
χαιρετισμούς
σκύψε το βλέμμα
όπως οι εργάτες
χτίζουν δωμάτια
μα και ναούς
θέλει δε θέλει
θα έρθει η αύρα
που θα δροσίσει
τους τολμηρούς
μην απελπίζεσαι
μαύρα μου μάτια
και δεν θ'αργήσει
για τους φτωχούς
εκείνη η μέρα
που θα αρχίσει
και θα τελειώσει
μ'αλαλαγμούς
ανθρώπων ξένων
κι αφορισμούς
νόθων ιερέων
και διασυρμούς
ιεροδούλων
μαύρα μου μάτια
τώρα που φεύγεις
κι εγώ ο λίγος
το μόνο που'χω
είναι οι λέξεις
και μια συμπάθεια
ασφυκτιούσα
κι ερωτική
θα σου δωρίσω
όσα δεν έχω
κι όσα αγκάθια
έχω μαζέψει
καθώς γυρνούσα
σε ανθοπωλεία
που απ'όσο ξέρω
 χρυσοπουλάνε
ένα λουλούδι
για ένα φιλί
















να διαβαστεί μαζί μ' αυτό
βρέθηκαν κάτω από το μαξιλάρι της Ανατολής Αργά

9.6.12

τί ακριβώς είναι η "απουσία ταξικής συνείδησης"

βρέθηκε γραμμένο στην πίσω όψη απόδειξης από κοινόχρηστα πολυκατοικίας στο σπίτι της Ανατολής Αργά μετά τον θάνατό της






τί ακριβώς είναι η "απουσία ταξικής συνείδησης"


είναι αυτό που λέει η τραγουδίστρια
"να μπερδευτώ με τους εργάτες"
ενώ η ίδια καθόλου εργάτρια δεν είναι
αλλά πολύ θα ήθελε
και επειδή ο ατζέντης είναι σκληρός
και η δισκογραφική αυστηρή
περνάει το υπόγειο μήνυμα
όμοιο με κείνο που  στο μακρινό 1997,
στα μακρινά παριζιάνικα προάστια
ο dj cutkiller περνούσε στις μίξεις του
τότε και εκεί που οι δούλοι 
ακόμα δεν είχαν αρχίσει να μοιάζουν 
με τα αφεντικά τους.








χωρίς υπονοούμενα






25.5.12

της τάξης, του ύπνου και του κώλου

Δεν πρόλαβα να κάνω τίποτα, ούτε τσιγάρο ν'ανάψω. Μπήκα σπίτι μου και τα βρήκα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, γραμμένα πίσω από αποδείξεις παντοπωλείου. Φημολογείται πως ανήκουν στην Ανατολή Αργά




της τάξης

το πλυντήριο πιάτων είναι
η μηχανή που δεν παράγει αξία
στην ταξική σχέση εκμετάλλευσης
της οποίας και μέρος είναι
η ιταλίδα Franzesca Bilioni
φεμινίστρια αυτόνομη εργάτρια
στις αρχές του '70 στη Ρώμη.




του ύπνου

Λένε τα ζωηρά παιδιά
όταν αποκοιμούνται
παραμιλούν οι τύψεις τους
κι ανθίζουν τα περβόλια
στα υψίπεδα που βρίσκονται
και μάτι δεν τα βλέπει
πως έχει ο χρόνος γυρισμούς
 η αγάπη ονειροκρίτες
κι αν κάποιον δεις στον ύπνο σου
να σου προσφέρει δυόσμο
είναι σημάδι ερωτικό
σταματημό δεν έχει
καθώς ο έρωτας κινεί
τα νήματα του κόσμου



του κώλου

Ζωή:
η θετική εννοιοδότηση της ανυπαρξίας
η κίνηση της θέλησης προς την πράξη
 κι άλλες πολλές τέτοιες ανοησίες
που τίποτα δεν σημαίνουν
κι όμως πολύ κόσμο συγκινούν
εκεί που η ζωή απουσιάζει
κι ανθίζει μόνο η πλήξη κι η ημιμάθεια















Η ανατολή Αργά το 1987 στο σπίτι της στα Εξάρχεια.
Την φωτογραφία την τράβηξα ο ίδιος μετά από χρήση ναρκωτικών