6.2.13

Madamme Lorette


Το πιο μυστήριο κορίτσι του Λονδίνου
έκοβε βόλτες στο ποτάμι και κοιτούσε
κάπνιζε κι από μέσα της μονολογούσε
"πως βρέθηκα εγώ στην αγκαλιά εκείνου;".

Γύρω στις τρεις που άρχισε να σουρουπώνει
μέσα από γκράφιτι και νέον πινακίδες
ήταν μοιραίο μα εξεπλάγης καθώς είδες
να πλησιάζει η μαντάμ Λορέττα μόνη.

Ποιος γέρος πάλι θα χαϊδεύει τα μαλλιά της
και θα φροντίζει την μελαχροινή της κώμη,
πως θα την γδύνει κι από που θα την γραπωνει,
με τι καμάρι θα μαζεύει τα φιλιά της.

Τί ιστορίες θα της λέει σαν κοιμάται
πως ήταν άρχοντας κι εσκότωσε το κτήνος
και θα πιστεύει, όπως της έμαθε εκείνος
δίχως ποτέ, ποτέ βαθιά να συλλογάται:

το πιο μεγάλο και το πιο μοιραίο λάθος
που άφησε πίσω του τα χρόνια του τσακισμένα.
Μαντάμ Λορέττα, το ερωτικό σου πάθος
γιατί το πνίγεις μες στου Τάμεση το βάθος;

Πάλι καπνίζει η μαντάμ Λορέττα μόνη,
παρατηρεί στα γόνατα σκυμμένη
τα ποταμόπλοια και όλο περιμένει
αν η ώρα του μάταιου γάμου της ζυγώνει...

Είναι Νοέμβρης κι η μαντάμ Λορέττα λείπει,
έμαθες τ' όνομά της μέσα από ιστορίες
που διαδίδουνε οι πλούσιες κυρίες.

Είναι Γενάρης κι ο χειμώνας εξαπλώθη
τίποτα πια δεν σου θυμίζει τ' όνομά της,
σαν τα τσιγάρα της και σαν τα δάκρυά της
που χύθηκαν στου Τάμεση την όχθη.




3.2.13

ΑΥΤΟ*



Συνήθως τέτοια ώρα με πιάνει, γύρω στις εντεκάμιση. Προτιμώ να είμαι μόνη μου όταν συμβαίνει. Όχι επειδή ντρέπομαι μπροστά σε άλλους. Το αντίθετο: είμαι περήφανη γι' αυτό. Απλά είναι κάποια πράγματα που πρέπει να γίνουν επειγόντως, ακριβώς την στιγμή που το νοιώθω να έρχεται. Όπως να εστιάσω το βλέμμα μου σε ένα συγκεκριμένο σημείο για τουλάχιστον δύο ή τρία λεπτά, ή να θυμηθώ στίχους θλιμμένους σαν και τον «όταν την πόρτα μου χτυπήσεις κάποια μέρα, μετανιωμένη θα κατέβω τα σκαλιά, να θυμηθούμε λίγο λίγο τα παλιά που γίναν στάχτη και καπνός μες στον αγέρα». Δεν ήταν πάντα τόσο εύκολα τα πράγματα. Με τα χρόνια εξοικειώθηκα μαζί του, έμαθα να αναπνέω τουλάχιστον χωρίς να με εμποδίζει η παρουσία του. Στην αρχή δεν ήταν έτσι: με έπνιγε. Ερχόταν από μακρυά και το άκουγα να βουίζει, μετά εγώ πανικοβαλόμουν και προσπαθούσα να το ξεχάσω. Μέγα λάθος: αυτό θέλει αναγνώριση, βλέμμα ευθύ και στέρνο διάτρητο. Πώς να το ξεχάσεις; Δεν είναι μνήμη ούτε αριθμός τηλεφώνου. Εμπειρία είναι που μας δροσίζει στην έρημο του πραγματικού. Για τούτο και το συμπαθώ: επειδή προέρχεται από τον κόσμο του νοητού. Παράδοξο, βέβαια. Εγώ, μια αμετανόητη υλίστρια, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Έχουνε τύχει φορές που ήρθε και με ανάγκασε να φύγω, άλλες που κάτσαμε αντίκρυ κι άλλες που πέρασε κι έφυγε. Υπήρχαν κι άλλες, βέβαια, που το παρακαλούσα να συναντηθούμε έστω και για λίγο, για μια συναισθηματική λίπανση στα γρήγορα. Αλλά αυτά είναι κατάλοιπα της καλομαθημένης μοναχοκόρης, άλλη μια ψυχαναγκαστική συσκότιση της σκληρής πραγματικότητας. Λίγη σημασία έχουν όλα αυτά γιατί απόψε στάθηκε συνεπές στο ραντεβού του. Εγώ ήμουν προετοιμασμένη -μην φανταστείς τίποτα υπερβολές- τα φώτα είχα κλείσει και έσφιγγα τις γροθιές μου. Μόνη μέσα σε ένα άδειο σπίτι, όπως συνήθως συμβαίνουν τα πράγματα που μπορεί ελεύθερα να αφηγείται κανείς χωρίς να χρειάζεται να τα αποδείξει. Εγώ κι αυτό: αυτό να με γεμίζει αδιάκοπα κι εγώ να γέρνω όλο και περισσότερο, μέχρι επιτέλους να καταφέρω να αδειάσω. Ανέπτυξα τεχνικές με τον καιρό, όχι για άλλον λόγο παρά μόνο επειδή η παρουσία του (μα τι ειρωνεία!) γινόταν ασφυκτική. Άλλες φορές προσπαθούσα να γίνω δέντρο για να με ποτίσει, άλλες σώμα για να με χύσει, άλλες ντροπή για να με φτύσει. Το υγρό στοιχείο, θα έλεγε κανείς, κυριαρχεί στις συναντήσεις μας αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι: υπήρξαν φορές, σαν την αποψινή ας πούμε, που αυτό γίνεται ράγες κι εγώ τρένο. Εγώ τρέχω κι είναι σαν να γυρεύω τον δικό μου θεό. Μετά φεύγει, όχι πάντα απότομα αλλά συνήθως ναι. Σαν την Άνοιξη που έρχεται ακάλεστη και φεύγει δίχως να πει κουβέντα. Λες και μπορούμε να την ακολουθήσουμε. Αλήθεια, που πάει η Άνοιξη όταν φεύγει; Ο φόβος σκιάζει τα έρμα, λένε, και το έχω νιώσει καλά στο πετσί μου. Τούτο πολεμάω κι όσα έχω πει μέχρι τώρα ισχύουν.



Α.Α.
φλεβάρης του 1979



Ανατολή Αργά (1961-2005)




Αναδημοσιεύουμε τα χειρόγραφα της Ανατολής Αργά, έτσι όπως τα βρήκαμε στην εσωτερική τσέπη του παλτό που ξέχασε στο σπίτι της, αφού έφυγε για το τελευταίο της ταξίδι.

εκ της διευθύνσεως

20.1.13

ο βήχας




Με το στόμα ανοιχτό
στεκόμουνα δίπλα σου
μυγάκια πετούσαν
πολλά στον αέρα
μέσα μου χόρευα
κι έξω μου έβηχα.
Λέξεις εκσφενδόνιζες
κενές στην ουσία
αδαής καθώς ήμουν
κι εγώ τις κατάπινα.
Μετά ήρθε κάποιος
βίαιος στην όψη
βίαιος στο βλέμμα
βίαιος στα λόγια
το στόμα του άνοιξε
και όλον με έφαγε.
Από ‘κει και μετά
μια σκέψη με τρώει:
τί είναι ο άνθρωπος
και τί η ζωή του
κι αυτό τ' αγκαθάκι
που στον λαιμό ανεβαίνει
αν εκεί το αφήνω
για πάντα να στέκεται
ή αν κι εγώ προσπαθήσω



14.1.13

Ανατολή Αργά (1961-2005)



Κάποτε, στα μέσα της δεκαετίας του '30, λίγο πριν από ένα καθολικό σφαγείο, εμφανίστηκε ένας άνθρωπος που ισχυρίστηκε ότι "είμαστε δύο". Άκου εκεί: δεν ήξερε τί του συνέβαινε. Ευαίσθητος, καθώς ήταν, εντρύφησε στον Σοφοκλή, στον Ευριπίδη και στην αρχαία τραγωδία και ως κάποιοι προκάτοχοί του, όπως ο A.G. Pills ας πούμε, ένας βρετανός ανθρωπολόγος που αναζήτησε την γεννεσιουργό αιτία των παγκόσμιων μύθων στην επεξεργασία του panlunismus και του pansolarismus, έτσι και ο δάσκαλος του 21ου αιώνα, ο Sigmund Freud, εντόπισε κάποιες περιοχές εντός του ανθρώπινου ψυχογεωγραφικού τοπίου όπου οι αντιθέσεις συνυπάρχουν αρμονικά μεταξύ τους και συνιστούν αυτό που οι κατοπινοί θα ονόμαζαν "λεωφόρο των ονείρων": το ανθρώπινο υποσυνείδητο.

Λίγα χρόνια αργότερα, σε μια πόλη του ευρωπαϊκού βορρά όπου οι αντίλαλοι των εργατικών ανταγωνισμών ερέθιζαν τα ευήκοα ώτα ανδρών που απαρνήθηκαν την ιδιωτικότητά τους θυσιάζοντάς την στο βήμα όπου το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα διασταυρώθηκε με τον φροϋδικό λόγο και εξέλαμψε ονόματα σημαίνοντα όπως αυτό του Βίλχελμ Ράιχ, του Τεοντόρ Αντόρνο ή του Χέρμπερτ Μαρκούζε, μέσα από σελίδες φθαρμένες από χέρια νεανικά ξεπηδούσε η ακαταμάχητη κριτική της μικροαστικής αποσύνθεσης, της πολιτισμικής αφομοίωσης και της "μηχανής" που επεμβαίνει στην "ανθρώπινη ουσία".

Όχι πολλά χρόνια αργότερα, στις κοιλάδες που καθέτως τέμνει ο ποταμός Πάδος, στα χερσαία εδάφη του ιταλικού βορρά που στις προηγούμενες δεκαετίες κατακλύστηκαν από ταχέως αναπτυσσόμενες αυτοκινητοβιομηχανίες, μια γυναίκα με την γροθιά της υψωμένη στον καταθλιπτικό και συνεφιασμένο μιλανέζικο ουρανό, είπε ότι "εμείς οι γυναίκες είμαστε αυτές που γεννάμε, που μεγαλώνουμε, που ταϊζουμε, που συντηρούμε και που αναθρέφουμε την κινητήρια δύναμη του κόσμου τούτου: την εργατική" και μετά κατέβασε το χέρι της. Λίγο αργότερα ο Άλντο Μόρο βρέθηκε νεκρός στο πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου και λίγο αργότερα η ιστορία σφύριξε το λήξαν λάκτισμα μιας εποχής που τελικά κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο μέσα από την ήττα της.

Έτσι, όσο πιο συνοπτικά μπορούσα, εγώ ο rupax επιχείρησα τον Γενάρη του 2013 να αφηγηθώ αυτά (τις τομές, την παράδοση, τις μνήμες) που η Ανατολή Αργά έφερε μαζί της μέχρι -αμέτοχη στις εξελίξεις- να πεθάνει στις 6 Γενάρη του 2005. Ταπεινή και καταφρονεμένη: προσηλωμένη υπηρέτρια της γνήσιας θλίψης και της ριζικής αμφισβήτησης.
Η Ανατολή Αργά: η εργάτρια, η μάνα, η punk ηρωίδα των παιδικών μας χρόνων, η θλιμμένη ποιήτρια με τα μαύρα κολάν και τα μωβ άρβυλα...



Ανατολή Αργά, 1961-2005

εκδοχή είμαι











εκδοχή είμαι
ηδονής στιγμιαίας
ανδρός που έκανε
έρωτα στην μητέρα μου