27.3.12

Στην ακρογιαλιά της Όστια

αγαπητό και αναρχοαυτόνομο κοινό του rupax-rupax.blogspot.com,

αυτή είναι η ώρα των εκμυστηρεύσεων :
η ώρα που ο ήλιος δύει ήσυχα στα δωμάτια των προαστίων
και στις κουρτίνες διεισδύουν σκιές και αντανακλάσεις,
η ώρα που πετιούνται κούτσουρα στον κάδο ενώ ο catkiller σκέφτηκε να μιξάρει την edith piaf,
η ώρα που αντιστρέφονται οι πόλοι στα φορτισμένα σωματίδια
και η ώρα που η θερμοκρασία στον κλίβανο φτάνει τους 1500 βαθμούς Κελσίου.
αυτή είναι η ώρα των ενοχών :
η ώρα που απαγγέλεται η ποινή και όχι η κατηγορία,
η ώρα του προαυλίσματος και όχι της αποφυλάκισης,
η ώρα που το κορίτσι με το κόκκινο παλτό αναρωτιέται "μα τί συνέβαινε στην Ιταλία το 1978".
αυτή είναι η ώρα που μας αφορά :
η ώρα που θα κατέβουμε την αποστόλου παύλου κρατώντας το πανό που θα γράφει "αυτή η γη είναι δική μας",
η ώρα που ανασαίνει η ζωή
ποτέ μες στις πολλές συνήθειες των ανθρώπων.

Λέγανε οι παλιοί ότι τα κλάματα στερεύουνε πριν αρχίσουνε τα γέλια και ποτέ δεν κατάλαβα τι εννοούνε αλλά απόψε αν γίνεται άφησέ με να έρθω μαζί σου όχι επειδή θέλω, έτσι για να σου δείξω ότι έχω διαβάσει κι εγώ ρίτσο τελως πάντων και αν υπάρχει κάτι που έμεινε ζωντανό μέσα μου αυτό είναι η ειρωνεια και η βεβαιότητα μου για τους λόγους που με κάνουν θλιμμένο. εσύ μπορείς να την γκρεμίσεις αυτη την πολιτεία την τσιμεντένια; αυτό τον ντουνιά τον χάρτινο;εγώ δεν τα κατάφερα,δεν προσπάθησα και όσο έπρεπε βέβαια μπορεί να χεις δίκιο να και ένας ακόμα λόγος που θα θελα να έρθω μαζί σου.όχι για πολύ να μέχρι εκεί που φαίνεται ότι πηγαίνει ο δρόμος να δω κι εγώ τι γίνεται πίσω από τις φάμπρικές, να δω κι εγώ πως ζητάνε ευγενικά για αγάπη και όχι έτσι αδέξια όπως έμαθα να μιλάω και να γράφω.

την ξερεις την όστια; είναι εκεί που ο pino pelosi δολοφόνησε τον pier paolo pasolini. γινόταν κι άλλα στην Ιταλία τότε, ξέρεις. μα εγώ δεν θα μείνω απόψε εδώ. θα ανατρέψω το σενάριο, θα ανατρέψω την ποίηση.
Την ποίηση που έχω.
την ποίηση που με έχει.

4.3.12

Ο Ζήσης και ο Αχμέτ (και ο Θόδωρας)

Στην γειτονιά μου μένουνε δύο παιδιά.
Ο Ζήσης και ο Αχμέτ.
Ο Ζήσης είναι γιος μιας μικροαστικής οικογένειας
που η μητέρα είναι δημόσιος υπάλληλος
αλλά βγάζει λεφτά και από ιδιαίτερα μαθήματα αγγλικών
και ο πατέρας έχει μια μικρή εταιρία
που εμπορεύεται και εγκαθιστά φωτοβολταϊκά συστήματα
και απασχολεί 8 εργαζόμενους.
Σήμερα το απόγευμα, ενώ ο Αχμέτ έπαιζε με τον Ζήση, κύλησε ανάμεσά τους ο εξής διάλογος:
Α: Πού πας;
Ζ: Πάω στο σπίτι να διαβάσω.
Α: Τί να διαβάσεις;
Ζ: τα μαθήματα που...
Α: Τί;
Ζ: τα μαθήματα που...
Α: Ε;
Ζ: Μαθήματα.
Α: Κάτσε λίγο ακόμα.
Ζ: έχω πει ότι...
Α: Τί;
Ζ: έχω πει ότι...
Α: Ε;
Ζ: Μαθήματα.
Α: Καλά άντε γειά.




Αυτά τα λίγοστά για αρχή, σε μια προσπάθεια να σουλουπώσω σε έυσχημα μεγέθη την ποιητική εμπειρία που βιώνει κάποιος βλέπωντας Αγγελόπουλο. Βλέπωντας τί ακριβώς δηλαδή;
Βλέπωντας κατ'αρχήν ένα αγνό κολάζ ήχου και εικόνας. Βλέπωντας τον πραγματικό χρόνο σε πλαστικά καλούπια, συνεχώς μεταβαλλόμενα και σημειολογικά πλήρη. Βλέπωντας χαρακτήρες αντιδραματικούς σε σκηνές λυρικές και βλέπωντας την αγωνία ενός πλάνου να σταματήσει εκεί που είναι προορισμένο να σταματήσει. Κατανοώντας τον αγνό, υλικό και καθημερινό αγώνα μιας τάξης να αποβάλλει από πάνω της την ρετσινιά του εαμοβούλγαρου και με τις πλέον καλοπροαίρετες προθέσεις να βάλει το κεφάλι της κάτω από τον μπαλτά της κατανάλωσης, της ταξικής ανόδου, της υλικής ολοκλήρωσης. Κατανοώντας την στυγνή βιαιότητα της "ομαλής μετάβασης" από τον εργάτη μάστορα στον εργάτη-μάζα μέσα από τις ανιχνεύσεις του σκηνοθέτη σε διόλου αμελητέες συνέπειες στην βιοματική μικροκλίμακα. Εκεί που όλα συμβαίνουν και τα πάντα επιτρέπονται.
Μία αφήγηση με τα όλα της. Με τις αντικειμενικές προϋπουθέσεις, ας πούμε του γαλήνιου αφηγητή, του κατάλληλου ηχητικού φόντου, της κατάλληλης ιστορίας για αφήγηση. Αυτής δηλαδή που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι αν όχι της παιδικής μας εμπειρίας, σίγουρα όμως των παιδικών μας αφηγήσεων και της αναπαριστάμενης εικόνας που είχαμε σχηματίσει για το "πώς ήταν τα πράγματα παλιά". Τότε που ακόμα η Ελλάδα ήταν ψωροκώσταινα. Ήταν όμως όντως έτσι;
Αυτό που μέσα από τα φιλμ του Αγγελόπουλου αποτυπώνεται άμεσα είναι ότι αυτός ο τόπος έχει ποτιστεί με πολύ αίμα μέσα στα αυλάκια του. Από τις χαράδρες του Γράμμου μέχρι τις βάθρες των Κυθηρων. Και από τα αρχοντικά της Βασιλλίσης Όλγας μέχρι τις προλεταριακές γειτονιές του Γκάζι και του Μεταξουργείου. Εκεί που ο εμφύλιος ταξικός πόλεμος μαινότανε στ' αλήθεια και όχι κάτω από ορθωμένες μούτζες ή ακόμα και φλεγόμενες χάινεκεν. Και πράγματι θα συντασσόμουνα απόλυτα με μια προσέγγιση ότι "αυτά το κόκαλλα δεν σάπισαν από το 49". Γιατί στη μνήμη μας ακόμα τρέχει φρέσκο αίμα. Αίμα κόκκινο, οικουμενικό, προλεταριακό, αναρχικό.

20.2.12

ο σιδεράς


 
Μην με περάσεις για κανέναν χαζό. Θυμάμαι και παραθυμάμαι, παππού.
Ξεφτίλες είναι ρε όλοι τους, ξεφτίλες. Παραμυθιασμένοι.
Που την είδανε από εργάτες αφεντικάνες, που λέει κι ο νικόλας.
Έτσι τα περάσαμε αυτά τα χρόνια παππού. Με τον βεβαιότητα ότι δεν θα γίνουμε εργάτες.
Εμείς και τα παιδιά μας.
Όχι στις δικές μας πλάτες, όχι με τα δικά μας κότσια.
Στην πλάτη του Αρμάντο, του Κρίστο, της Σβετλάνας και του Ομάρ.
Που, ξέρεις, η στοματική μας κοιλότητα δεν μπορούσε να προφέρει τα ονόματά τους.
Κι ο Αρμάντο έγινε Πέτρος, η Σβετλάνα έγινε Σούλα και τέτοια.
Αλλά τον Κριστόφ Βαζέχα, τον Ντάου Τζόουνς και την Μερσέντες την Κομπρέσορ την είχαμε μάθει απ' έξω.
Και “γουάτ ντου γιου γουόντ το ντρινκ” και τέτοια στους Ευρωπαίους.
Μούγκα στους τουρίστες και στα αφεντικά. Αλλά στους εργάτες μαγκιά.
Οι ξεφτίλες, παππού, οι ξεφτίλες.
Κι έτσι μια μέρα όλο το όνειρο άρχισε να γκρεμίζεται.
Πάνω στα κεφάλια μας παππού.
Πάνω στα κεφάλια μας.
Που να σου τα λέω, έφυγες και δεν τα είδες πως έγιναν.
Γαμώ την Ελλάδα και τους Έλληνες παππού.
Ζήτω το παγκόσμιο προλεταριάτο.
Απλά δεν τα λέω ρε παππού; κατανοητά δεν σου είναι;







στην μνήμη του εργάτη
και παππού μου
Β.Κ.

9.2.12

φαντάσου

φαντάσου να'μασταν έτσι

εσύ αυτή

κι εγώ αυτός

κάθε μέρα κι άλλα

κι όχι έτσι όπως καταντήσαμε

τι τα θέλαμε τα παχιά τα λόγια ρε μωρό μου;
χίλιες φορές στον δρόμο
στο πεζοδρόμιο
στο ασανσέρ
εκεί που αναπνέει η ζωή
όταν κάνει κοπάνα
από τις ασφυκτικές δικτατορίες των "εδώ και τώρα"


μια αυτοσχεδιαστική κραυγή
με λίγο από μάη68
λίγο από ιταλική αυτονομία
και μάλλον περισσότερο από μικροαστική μιζέρια
κακομαθημένου γιου
σαν τέτοιου που είμαι
σαν τέτοιου που δεν θέλησα να γίνω
επειδή το υποσχέθηκα στην γ

24.1.12

O Γιάννης και ο Γιώργος

εναλλακτικός τίτλος: Η ποίηση σήμερα






ένας αντιφασιστικός αυτοσχεδιασμός

σε συνέχεια της ταξικής ανάλυσης




Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα λαϊκή παροιμία για να κατανοήσει κανείς, μέσα από απλά λόγια, τί είναι η μαρξιστική θεωρία και τί ζητάει από το σήμερα :
Ήτανε, λέει, δύο φίλοι, ο Α και ο Β, που ξεκινήσανε με μία 10κιλη νταμιτζάνα κρασί από το χωριό Χ για να την πουλήσουνε στο χωριό Υ. Κατά την διάρκεια της διαδρομής δίνει ο Α στον Β 1 ευρώ και αγοράζει 100ml από το κρασί που κουβαλούσε. Μετά δίνει ο Β στον Α ένα ευρώ και αγοράζει άλλα 100ml από το κρασί που κουβαλούσε. Μετά ξαναδίνει ο Α στον Β άλλο ένα ευρώ και ου’το καθεξής...
Όταν ο Α και ο Β φτάνουνε στο χωριό Υ η νταμιτζάνα είχε τελειώσει (αγορασμένη και καταναλωμένη) από το 1 ευρώ που ο Α αντάλλαζε κατά την διάρκεια της διαδρομής με τον Β.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι το “τί είναι το ένα ευρώ”, δηλαδή :

TΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ; Tο χρήμα είναι η αξία.

Υπάρχει και μια άλλη ενδιαφέρουσα ιστορία που εξηγεί τον βασικό χρηματοπιστωτικό νόμο περί αντιστοιχίας του χρήματος που κυκλοφορεί σε πραγματική αξία χρυσού :
Ήτανε, λέει, το 1498 (την εποχή που η Αμερική εποικιζότανε από τους ευρωπαίους επεκτατιστές) η κυρία Ρόζμαρι, που κατοικούσε στην Lescartès της Βουργουνδίας, στην σημερινή Τουλούζη. Σε χειρόγραφα απομνημονεύματα που άφησε μας αναφέρει τα εξής :

την μέρα που έγινε η πρωταρχική συσσώρευση ήμουν στην πλατεία της πόλης. Άκουσα κάτι κραυγές, είδα αστούς να βαδίζουνε αγχωμένοι στους δρόμους, πρώην φεουδάρχες να έχουν κατακλύσει την πόλη. Είδα και δύο εργάτες γης να φωνάζουνε ρυθμικά καθώς βάδιζανε στο πεζοδρόμιο : ΑΥΤΗ Η ΓΗ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΗ ΜΑΣ.
Δεν έχω κάτι άλλο να καταθέσω.

Την επόμενη στιγμή διατάχθηκε ο αποκεφαλισμός της κ. Ρόζμαρι από τον κύριο Μπρούνχ, σιδερά και έμπορο ασημιού από τα ορυχεία του Βουκουρεστίου, που αφότου έγινε η πρωταρχική συσσώρευση αντάλλαξε τα 250 κιλά ασημιού που είχε στην αποθήκη του με μία θέση στην δικαστική εξουσία.
Τα καθαρά λόγια είναι τα κατανοητά λόγια.
Αυτό είναι που λείπει σήμερα από τις ζωές μας : ο προορισμός τους.
Ο ιστορικός τους προορισμός.


ΖΗΤΩ Η ΠΟΙΗΣΗ – ΖΗΤΩ Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ